"Απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δε ζήσαμε κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας." Τάσος Λειβαδίτης
Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014
Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014
Υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή στη ζήλεια
![]() |
| Πηγή εικόνας |
Δεν ζήλευαν.
Υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή στη ζήλεια.
Ζηλεύει κάποιος αυτόν, που έχει την εντύπωση,
ότι θα μπορούσε να τον φτάσει.
Όταν κάτι έιναι πολύ μακριά από τα δικά του μέτρα,
δεν το ζηλεύει.
Το χαζεύει.
Αλκυόνη Παπαδάκη
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014
"Το καλάθι με τα σύκα" - Καζαντζάκης
Μια γριούλα πέρασε...
Στάθηκε, ανασήκωσε απ’ το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα...
- Με γνωρίζεις κυρά μου; τη ρώτησα...
- Όχι παιδί μου, είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω;
- Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν φτάνει;
- Όχι παιδί μου, είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω;
- Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν φτάνει;
Γέλασε... ένα δροσερό κοριτσίστικο γέλιο...
Και τράβηξε το δρόμο της κούτσα κούτσα κατά το κάστρο.
Και τράβηξε το δρόμο της κούτσα κούτσα κατά το κάστρο.
Έσταζαν τα δυο σύκα μέλι, ποτέ θαρρώ δεν γεύτηκα πιο νόστιμα. Τα ‘τρωγα και με δρόσιζαν τα λόγια της γριάς...
«άνθρωπος είσαι,άνθρωπος κι εγώ, φτάνει!»
_____
~ Απόσπασμα από το Αναφορά στον Γκρέκο
Πηγή: LENA Kolentsi
Πόση σημασία έχει το πώς ντυνόμαστε;
Υποστηρίζεται ότι τα ρούχα αποτελούν
“προέκταση του εαυτού μας”. Μέσα στα κρυμμένα μηνύματα που
αποκαλύπτονται από την προσεκτική παρατήρηση των ρούχων που φοράμε,
υπάρχει και μία θεωρία που αντιτάσσεται στα πρότυπα της εποχής,
παίρνοντας το μέρος ενός ξεχωριστού ενδυματολογικού τρόπου κάθε φορά που
θέλουμε να εκφράσουμε το ιδιαίτερο του εαυτού μας.
Ρούχα
που ταιριάζουν στο σώμα μας, στο στυλ μας, ή στη γενική τάση της μόδας
που επιτάσσει κάθε φορά, η εκάστοτε εποχή. Οι γενικοί κανόνες ντυσίματος
είθισται να κρίνουν την πορεία μίας επαγγελματικής συνέντευξης, μίας
απλής συνάντησης, ενός πρώτου ραντεβού. Η εξωτερική εμφάνιση ωστόσο,
όταν συνοδεύεται από ιδιαίτερα στοιχεία, ξεχωρίζει το ίδιο το άτομο,
καθώς εκπροσωπεί την μοναδικότητά του. Η παρέκκλιση από καθιερωμένους
τρόπους ντυσίματος τελικά μπορεί να αποδειχθεί υπέρ μας.
Όταν ο ιδρυτής του Facebook, Mark
Zuckerberg, εμφανίστηκε με φούτερ και κουκούλα σε επίσημο ραντεβού με
επενδυτές, πριν τη δημιουργία του δημοφιλέστερου μέσου κοινωνικής
δικτύωσης, κάποιοι επενδυτές της Wall Street τον αποδοκίμασαν. Ένας από
τους αναλυτές της ενδυματολογικής του επιλογής είπε χαρακτηριστικά, ότι
από τον τρόπο που είχε ντυθεί, φαινόταν πως δεν τον ενδιέφερε και πολύ
το θέμα. Άλλοι χαρακτήρισαν την εμφάνισή του, “σημάδι ανωριμότητας”.
Σύμφωνα με μια έρευνα που είχε
πραγματοποιηθεί προ καιρού από το Harvard Business School, φαίνεται πως ο
περισσότερος κόσμος αντιμετωπίζει διαφορετικά κάποιον που κάνει
ανορθόδοξες στιλιστικές επιλογές, ή παρουσιάζει αντισυμβατική
συμπεριφορά. Όπως αναφέρει η Washington Post, η καθηγήτρια Φραντσέσκα
Τζίνο παρατηρεί πως όσοι διακρίνονται από το πλήθος, αντιμετωπίζονται ως
άτομα με υψηλότερο “στάτους” από τον υπόλοιπο κόσμο.
O ιδρυτής του Facebook, Mark Zuckerberg με φούτερ μπροστά σε επενδυτές
Σε κάποιο
από τα πειράματα που διενεργήθηκαν, εξετάστηκε πώς στελέχη εταιρειών
αντιμετώπιζαν εκπαιδευόμενους που φορούσαν κόκκινα αθλητικά παπούτσια,
αλλά και πώς συμπεριφέρονταν οι υπάλληλοι επώνυμων καταστημάτων ρούχων
σε πελάτες που έμπαιναν, φορώντας φόρμες και ρούχα γυμναστικής. Τα
αποτελέσματα της έρευνας κατέληγαν σχεδόν στο ίδιο συμπέρασμα, η
ιδιαίτερη και ασυνήθιστη εμφάνιση στην πραγματικότητα κάνει τον κόσμο να
υπολογίζει περισσότερο τα άτομα που την υποστηρίζουν.
"Οι καθηγητές που φορούν T- shirts και έχουν μούσι, θεωρούνται από τον κόσμο, με τόσο υψηλό στάτους που δεν χρειάζεται να ακολουθούν τους κανόνες".
Οι περισσότεροι θεωρούμε ότι ο
διαφορετικός τρόπος ντυσίματος συνδέεται με αρνητικές επιπτώσεις, αλλά
και ότι η απόκλιση από “αποδεκτές” συμπεριφορές έχει κάποιο “κοινωνικό
κόστος”. Τα συνεχή πειράματα ωστόσο, αποκαλύπτουν το αντίθετο. Η Τζίνο
ως παράδειγμα, αναφέρει την ερώτηση που έθεσε σε υπαλλήλους των επώνυμων
καταστημάτων Christian Dior, Armani, Burberry στο Μιλάνο. Ανάμεσα σε
μία πελάτισσα που φορούσε φόρμες και σε κάποια που ήταν ντυμένη με
φόρεμα και γούνα, έκριναν ότι η πρώτη θα ξοδέψει περισσότερα και ότι
ήταν σε θέση να αγοράσει τις πιο ακριβές μάρκες του καταστήματος.
Προσπαθώντας να "χωρέσουμε" στη μόδα της εποχής
Οι
φοιτητές παρομοίως, φαίνεται πως εκτιμούν περισσότερο τους καθηγητές που
φορούν T- shirts και έχουν μούσι από κάποιον φρεσκοξυρισμένο με γραβάτα
και επίσημα ρούχα. “Ο κόσμος τους αντιμετωπίζει ως τύπους που έχουν τα
κότσια να κάνουν αυτό που κάνουν. Θεωρούν ότι πρόκειται για άτομα με
τόσο υψηλό στάτους που δεν χρειάζεται να ακολουθούν τους κανόνες”,
εξηγεί η καθηγήτρια. Η διάκριση αυτών των ανθρώπων έγκειται στο γεγονός
πως όλα τα υπόλοιπα άτομα σε αυτό τον χώρο είναι απολύτως εναρμονισμένα
και προσαρμοσμένα στο περιβάλλον τους που μετατρέπονται σε μάζα.
Οτιδήποτε λοιπόν, διαφέρει, αυτομάτως
ξεχωρίζει. Αυτό δεν σημαίνει πως οι εν δυνάμει εργοδότες μας περιμένουν
να μας δουν με αθλητικά σε μία συνέντευξη ούτε ότι ο τρόπος ντυσίματος
καθορίζει σε απόλυτο βαθμό την συμπεριφορά κάποιου απέναντί μας. Όταν
νιώθουμε άνετα όμως, μέσα σε ένα ρούχο, η εικόνα του εαυτού μας
προσεγγίζεται θετικά, καθώς αποπνέουμε αέρα αυτοπεποίθησης. Γιατί η
αποδοχή του εαυτού μας ξεκινάει πρώτα από εμάς. Μετά ακολουθεί η μόδα, η
τάση, η ανάγκη για αποδοχή από ένα στημένο στυλ...
________
Αναδημοσίευση από: http://mobile.pathfinder.gr
Πηγή: http://antikleidi.com
Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014
Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πώς έγραψε το "Άξιον Εστί"
Όσο κι αν μπορεί να
φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η
διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του '48 με '51. Ήταν τα φοβερά χρόνια
όπου όλα τα δεινά μαζί - πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος - δεν είχανε
αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο
αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο.
Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να
σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ητανε κυριολεκτικά
μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα,
με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου
ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία
εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα
του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να
υπάρξει.
Πριν περάσουν 24 ώρες
περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και
ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που
έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε
γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία.
Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που
φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ' άφησαν
σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ήτανε δέος μπροστά στην
τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να
κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να
φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου - η πρώτη ήτανε στην Αλβανία -
που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο
αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το
σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν
είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν
ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και
τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας!
Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να 'χουν κάθε μέρα το
μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ,
γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο
Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι
περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα
ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός
χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με
κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να
αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η
παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του
τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον
ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω,
μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας
ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους
άλλους ανθρώπους - και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της
εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η
ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου 'δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω,
δηλαδή, σ' αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας
εκκλησιαστικής λειτουργίας.
Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».
Αναδημοσίευση από: http://antikleidi.com
Η Εθνική Ελλάδος προκρίθηκε
Σε έναν αγώνα για γερά νεύρα απέναντι στo Πουέρτο Ρίκο, η εθνική Ελλάδας κατάφερε και σήμερα να πάρει την ΝΙΚΗ με 79 – 90 στο Μουντομπάσκετ 2014.
Μετά λοιπόν την Σενεγάλη και τις Φιλιππίνες στο Μουντομπάσκετ 2014 σήμερα... ήταν η σειρά του Πουέρτο Ρίκο να ηττηθεί απο την ομάδα της Ελλάδας, αν και στην αρχή τα πράγματα ήταν ζόρικα ωστόσο στην τρίτη περίοδο οι έλληνες κατάφεραν να βρόυν τον καλό τους εαυτό και να κερδίσουν για άλλη μια φορά.
Ένα εξαιρετικό τρίτο δεκάλεπτο ήταν αρκετό στο Μουντομπάσκετ 2014 για την Εθνική Ανδρών προκειμένου να κρατήσει το αήττητο στον Β” όμιλο του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ισπανίας και να εξασφαλίσει την πρόκριση στους «16» της διοργάνωσης.
Το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα επικράτησε 90-79 του Πουέρτο Ρίκο στην 3η αγωνιστική και υποχρέωσε τους αντιπάλους σε πρόωρη έξοδο από τη διοργάνωση, καθώς έχουν τρεις ήττες σε ισάριθμες αναμετρήσεις.
Επόμενος στόχος της Εθνικής Ελλάδας στο Μουντομπάσκετ 2014 είναι η Αργεντινή την Πέμπτη 4/9 στις 11 το βράδυ.
Αναδημοσίευση από: http://www.i-diadromi.gr
Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014
Για μια κανάτα κρασί - Χόρχε Μπουκάϊ
«Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε... άλλος ένας βασιλιάς.
Ήταν ο μονάρχης μιας μικρής χώρας που
την έλεγαν το Πριγκιπάτο της Αμπελοχώρας. Το βασίλειό του ήταν γεμάτο
αμπέλια, και όλοι οι υπήκοοί του ασχολούνταν με την παραγωγή κρασιού. Με
την εξαγωγή σε άλλες χώρες, οι δεκαπέντε χιλιάδες οικογένειες που
κατοικούσαν στην Αμπελοχώρα κέρδιζαν αρκετά για να ζουν καλά, να
πληρώνουν τους φόρους τους και να απολαμβάνουν ορισμένες πολυτέλειες.
Επί πολλά χρόνια ο βασιλιάς μελετούσε τα
οικονομικά τού βασιλείου του. Ήταν δίκαιος μονάρχης, με κατανόηση, και
δεν ήθελε να νιώθει πως βάζει χέρι στις τσέπες των κατοίκων της
Αμπελοχώρας. Γι' αυτό έκανε μεγάλες προσπάθειες να βρίσκει τρόπους να
μειώνει τους φόρους.
Ώσπου, μια μέρα, ο βασιλιάς κατέβασε μια
σπουδαία ιδέα. Αποφάσισε να καταργήσει τους φόρους. Ως μοναδικό έσοδο
για τα έξοδα του Κράτους, θα ζητούσε από κάθε υπήκοο, μια φορά το χρόνο,
την εποχή που εμφιαλώνουν το κρασί, να φέρνει ένα κανάτι κρασί στο
παλάτι —από το καλύτερο της σοδειάς του— και να το ρίχνει μέσα σ' ένα
μεγάλο βαρέλι που θα κατασκεύαζε ειδικά γι' αυτό το σκοπό.
Από την πώληση των δεκαπέντε χιλιάδων
λίτρων κρασιού που θα συγκέντρωνε, θα έβγαιναν τα απαραίτητα χρήματα για
τον προϋπολογισμό του στέμματος, τα έξοδα υγείας και μόρφωσης του λαού.
Η είδηση διαδόθηκε στο βασίλειο με
ανακοινώσεις και αφίσες στους κεντρικούς δρόμους των πόλεων. Η χαρά του
κόσμου ήταν απερίγραπτη. Σε όλα τα σπίτια ζητωκραύγαζαν υπέρ του βασιλιά
και τραγουδούσαν ύμνους προς τιμήν του.
Κάποτε ήρθε και η μέρα της συνεισφοράς.
Όλη την προηγούμενη εβδομάδα, στις γειτονιές και τις αγορές, στις
πλατείες και τις εκκλησίες, οι κάτοικοι υπενθύμιζαν ο ένας στον άλλον
την υποχρέωσή του. Όλοι έπρεπε να ανταποκριθούν στην χειρονομία του
βασιλιά τους.
Από νωρίς, άρχισαν να φτάνουν από κάθε
γωνιά του βασιλείου ολόκληρες οικογένειες αμπελουργών.
Ο επικεφαλής τής
οικογένειας βαστούσε το κανάτι στο χέρι. Ένας ένας ανέβαιναν στη μεγάλη
σκάλα που οδηγούσε επάνω στο τεράστιο βασιλικό βαρέλι, άδειαζαν το
κανάτι τους και κατέβαιναν από την άλλη σκάλα. Εκεί, ο θησαυροφύλακας
του βασιλιά έβαζε τη βασιλική σφραγίδα στο πέτο κάθε αγρότη.
Στα μισά του απογεύματος, όταν και ο
τελευταίος αμπελουργός είχε αδειάσει το κανάτι του, διαπίστωσαν ότι δεν
έλειψε κανείς. Το πελώριο βαρέλι των δεκαπέντε χιλιάδων λίτρων ήταν
γεμάτο. Όλοι ανεξαιρέτως οι υπήκοοι είχαν περάσει από τους βασιλικούς
κήπους και είχαν αδειάσει τα κανάτια τους στο βαρέλι.
Ο βασιλιάς ήταν περήφανος και
ικανοποιημένος. Όταν έπεσε ο ήλιος, ο λαός συγκεντρώθηκε στην πλατεία
μπροστά στο παλάτι. Ο μονάρχης βγήκε στο μπαλκόνι ανάμεσα σε
ζητωκραυγές. Όλοι ήταν ευτυχείς. Σ' ένα ωραίο κρυστάλλινο ποτήρι,
κληρονομιά των προγόνων του, ο βασιλιάς είπε να του βάλουν λίγο από το
κρασί που είχε μαζευτεί. Με το ποτήρι στο χέρι, μίλησε στο λαό.
«Υπέροχε λαέ της Αμπελοχώρας. Όπως το
φαντάστηκα, όλοι οι κάτοικοι ήρθαν σήμερα στο παλάτι. Θέλω να μοιραστώ
μαζί σας τη χαρά του στέμματος, με τη διαπίστωση ότι ο λαός είναι πιστός
στο βασιλιά του όπως και ο βασιλιάς είναι πιστός στο λαό του. Και για
να τιμήσω την παρουσία σας, υψώνω το πρώτο ποτήρι απ αυτό το κρασί για
να πιω στην υγειά όλων σας. Σίγουρα θα είναι το νέκταρ των θεών, αφού
προέρχεται από τα καλύτερα σταφύλια του κόσμου. Ένα κρασί φτιαγμένο από
τα πιο ικανά χέρια του κόσμου και με το πολυτιμότερο αγαθό του τόπου
μας, δηλαδή την αγάπη του λαού.
Όλοι έκλαιγαν και ζητωκραύγαζαν.
Ο υπηρέτης έδωσε στο βασιλιά το ποτήρι
κι αυτός το σήκωσε για να πιει στην υγειά του λαού του που
χειροκροτούσε. Όμως, η έκπληξη σταμάτησε το χέρι του στον αέρα.
Κοιτώντας το ποτήρι, ο βασιλιάς αντιλήφθηκε ότι το υγρό που περιείχε
ήταν διάφανο και άχρωμο. Αργά αργά, το έφερε στη μύτη του που ήταν
ειδικευμένη ν' αναγνωρίζει τα καλύτερα κρασιά. Διαπίστωσε ότι δεν είχε
κανένα άρωμα. Καθώς ήταν σπουδαίος ειδικός, έφερε το ποτήρι στο στόμα
του αυτόματα και ήπιε μια γουλιά.
Το κρασί δεν είχε γεύση κρασιού ούτε και καμία άλλη!
Ο βασιλιάς ζήτησε δεύτερο ποτήρι από το
βαρέλι κι ύστερα τρίτο. Τέλος, αποφάσισε να πάει μόνος του να πάρει ένα
δείγμα ανεβαίνοντας ώς το άνοιγμα. Ήταν πλέον φανερό. Αοσμο, άχρωμο και
άγευστο.
Οι αλχημιστές του βασιλείου κλήθηκαν
επειγόντως να αναλύσουν το κρασί. Το συμπέρασμα βγήκε ομόφωνα. Το βαρέλι
ήταν γεμάτο νερό. Καθαρό νεράκι. Εκατό τοις εκατό νερό.
Ο μονάρχης συγκέντρωσε αμέσως όλους τους
σοφούς και μάγους του βασιλείου για να βρουν την εξήγηση στο μυστήριο.
Ποια μάγια, ποια χημική αντίδραση, ποια ξόρκια είχαν μετατρέψει αυτό το
μείγμα των κρασιών σε νερό;
Ο γεροντότερος από τους υπουργούς του τον πλησίασε και του είπε στο αφτί:
«Δεν είναι θαύμα, ούτε μάγια, ούτε
αλχημεία. Τίποτ' απ' αυτά. Οι υπήκοοί μας, απλούστατα, είναι άνθρωποι,
μεγαλειότατε. Αυτό είναι όλο.»
«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο βασιλιάς.
«Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Γιάννη»
είπε ο υπουργός. «Ο Γιάννης έχει ένα τεράστιο αμπελώνα από τις πλαγιές
του βουνού ώς το ποτάμι. Τα σταφύλια του είναι από τα καλύτερα του
βασιλείου και το κρασί του το πρώτο που θα πουληθεί στην καλύτερη τιμή.
»Σήμερα το πρωί, ενώ η οικογένειά του
ετοιμαζόταν να κατέβει στην πρωτεύουσα, μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του
Γιάννη. Αν έβαζε νερό στο κανάτι αντί για κρασί; Ποιος θα καταλάβαινε
τη διαφορά;
»Ένα κανάτι νερό μέσα σε δεκαπέντε χιλιάδες λίτρα κρασί! Αδύνατον να γίνει αντιληπτό. Κανένας δεν θα το καταλάβαινε!
»Και κανένας δεν θα το καταλάβαινε, αν δεν υπήρχε μια λεπτομέρεια, μεγαλειότατε. Μια μικρή λεπτομέρεια.
»Ότι όλοι σκέφτηκαν το ίδιο!»
_______
~ Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ - να σου πω μια ιστορία
Αναδημοσίευση από: http://antikleidi.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













